Skip to main content

Επιστροφή στις ρίζες: η δική μου εμπειρία.

Πλωμάρι του μεσοπολέμου
Σε αυτό το κείμενο θέλω να κάνω μία αναφορά στον τίτλο αυτού του ιστότοπου: τα Πειράματά μου με τον Άλλο Δρόμο, και ειδικότερα στο πείραμά μου που ξεκίνησε πέρυσι στην Λέσβο και που από τα μέσα του Οκτώβρη, εξελίσσεται η δεύτερη φάση του.
Την ερχόμενη Άνοιξη συμπληρώνονται πέντε χρόνια αναζήτησης, ταξιδιού και πειραμάτων -για μένα αυτές οι τελευταίες τρεις λέξεις περικλείουν σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο. Πέντε έτη, και καθεμιά από τις μέρες τους μ' έχουν οδηγήσει ολοένα και πιο μακριά από τα αλλοτινά “ιδεώδη” της καριέρας, του τεχνητού περιβάλλοντος, του καθολικού ανταγωνισμού, αλλά και του υλισμού δίχως όρια. Και πιο κοντά στις δικές μου, πραγματικές ανάγκες, στις δικές μου, πραγματικές αλήθειες -αυτές που αναζητώ.


Αυτός ο Άλλος Δρόμος, λοιπόν, πέρυσι με οδήγησε στην Λέσβο· από εκεί κατάγεται ο πατέρας μου· από την Πλαγιά του Πλωμαρίου, πιο συγκεκριμένα, κι εγώ πήγα αναζητώντας κάποια ξεχασμένα πατρογονικά ελαιοκτήματα.

Την πρώτη γεύση από τον τόπο την πήρα... στα καφενεία. Από εκεί περνούσε η έρευνα μου. Έπρεπε να μιλήσω με τους παλιούς ανθρώπους, αυτοί θα ήξεραν. Το να μιλήσω με τους ηλικιωμένους, βέβαια, ήταν μια κουβέντα - τα πλωμαρίτικα είναι πολύ βαριά κι έχουν πολλές τούρκικες λέξεις, στις αρχές δεν καταλάβαινα τίποτα σχεδόν. Ένας από τους λόγους που έκαναν αυτό το ταξίδι αξέχαστο, αλλά υπήρχαν πολλοί ακόμη: 
Τέλη Οκτώβρη, αρχές Νοέμβρη, και ο καιρός ήταν καλοκαιρινός. Ηλιόλουστα πρωινά κι η αγορά της Πλαγιάς ήταν ολοζώντανη. Τα τραπεζάκια και τα καθίσματα, κάτω από τους μεγάλους πλατάνους στην πλατεία του χωριού, ήταν γεμάτα, τα ζάρια και τα πούλια χτυπούσαν δυνατά πάνω στα παλιά ξύλα απ' το τάβλι, οι φωνές και τα μαλώματα για την "σωστή πόρτα" φούντωναν και σταματούσαν μόνο σαν περνούσε ντελάλης. Αγροτικά με ντουντούκες έκανα στάση την πλατεία και διαλαλούσαν τις πραμάτειες τους... Φρέσκες σουπιές απ' την Καλλονή ο ένας, ξύλα και κάστανα ο άλλος, ζαρζαβατικά από κήπο, ρούχα... η αγορά στα πόδια σου.

Αφού πήγα πολλές φορές και ήπια κβάρα (πολλούς, στα Πλωμαρίτικα/ Τούρκικα) καφέδες, κι άλλα τόσα ούζα, στον καφενέ του Τρύγονα και στα πέντε(!) καφενεία της Πλαγιάς, κι αφού κατάλαβαν κι εκείνοι (κι εγώ) “τίνος είμαι”, εντόπισα το πρώτο κτήμα. Συνεννοήθηκε ένας χωριανός (Πλαγιώτης) μ' ένα παιδί που ήξερε τα “βουνά”, να πάμε να μου το δείξει. Δεκαπέντε με είκοσι λεπτά ανάβασης με το αυτοκίνητο, σε κακό χωματόδρομο, και άλλα δέκα με δεκαπέντε λεπτά, με τα πόδια, σε μονοπάτι.

Ορεινή περιφέρεια Πλωμαρίου, περιοχή Σάπκα. Περίπου εκατό γιγάντια ελαιόδεντρα, ηλικίας πλέον των ογδόντα ετών, καλύπτουν μια πλαγιά μεγάλης κλήσης, διαμορφωμένη σε πλατιά, ευρύχωρα σέτια (οι πεζούλες στα πλωμαρίτικα), σχηματισμένα αριστοτεχνικά με πέτρινες πλάκες. Το κάθε βουνό, ο κάθε λόφος κι η κάθε πλαγιά της ευρύτερης περιφέρειας Πλωμαρίου καλύπτεται από πυκνούς ελαιώνες που πατάνε πάνω σε παρόμοια καλοσχηματισμένα σέτια. Είναι απορίας άξιο το πόσοι άνθρωποι εργάστηκαν και το πως ήρθαν όλες αυτές οι πέτρες πάνω στα βουνά (σε κάποιες περιοχές αφθονούν, κάπου αλλού έπρεπε να μεταφερθούν) με τα ανύπαρκτα μέσα της εποχής (αρχές του περασμένου αιώνα) και τους επίσης -έως και σήμερα- ανύπαρκτους δρόμους.

Προς το νότο, κι ανάμεσα στις πλαγιές, πρόβαλε το Αιγαίο, ήρεμο κι απέραντο, και στο βάθος ξεχώριζαν οι ακτές μιας άλλης ηπείρου, αυτές που ξεκινούν από το Αϊβαλί και φτάνουν μέχρι τη Σμύρνη.
Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα που έχουν φυτευτεί κι ανατραφεί από τα προγονικά χέρια, ανάμεσα στις ρίγανες, τα σπαθόχορτα, τη θρούμπη, τα σαββατιανά, τα θυμάρια και τις μυρωδιές τους που συναγωνίζονται σε ένταση τις φωνές των πουλιών,
...εκεί υπάρχει κάτι.
Κάτι που το ένιωσα από εκείνη την πρώτη φορά.

Λίγες μόνο μέρες αργότερα κι αφού είχα ανακαλύψει κανα-δυο κτήματα ακόμα, κατάλαβα πως θα μείνω. Γιατί πέρα από την έλξη που ένιωσα τον τόπο και τους ελαιώνες να μου ασκούν, ήταν και κάτι άλλο. Η δυνατή μου διάθεση για αλλαγή. Για ριζική αλλαγή. Στον τρόπο που παράγουμε, στον τρόπο που καταναλώνουμε, στον τρόπο που συναλλασσόμαστε, στον τρόπο που καταλαβαίνουμε την φύση και το περιβάλλον, στον τρόπο που καταλαβαίνουμε τους εαυτούς μας και τις ανάγκες μας. Στον τρόπο που ζούμε.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ξεκίνησα. Η πρώτη προτεραιότητα ήταν να καθαριστούν τα κτήματα, για να μπορέσουν οι ελιές να μαζευτούν, να μπουν δηλαδή τα λιόπανα κάτω από τα δέντρα. Με εξαίρεση ένα χωράφι, που το είχε μισθωμένο ένας χωριανός και το καλλιεργούσε μέχρι και το 2002, τα υπόλοιπα ήταν παρατημένα τριάντα με τριανταπέντε χρόνια. Κάποια από αυτά είχαν αγριέψει πολύ. Δεν μπορούσα να περπατήσω από το ένα δέντρο μέχρι το άλλο. Είχαν πνιγεί τα δέντρα από αγριοβελανιδιές και διάφορους θάμνους και αγκάθια. Μέχρι εκείνη την ώρα οι φορές που είχα δουλέψει με τα χέρια μου και τη γη ήταν ελάχιστες, η πείρα μου ανύπαρκτη. Σε ενάμιση μήνα, είχα
κατορθώσει να καθαρίσω ένα μικρό κτήμα, 27 δέντρων, μόνο, και εκείνο που ήταν ήδη σε σχετικά καλή κατάσταση. Κατά τις γιορτές ξεκίνησα το μάζεμα. Στην αρχή πήγα με έναν εργάτη, αλλά οι ποσοστώσεις του ελαίου στον καρπό ήταν υπερβολικά χαμηλές, λόγω χρονιάς (δεν είχε βρέξει καθόλου μέχρι τις αρχές του Δεκέμβρη), αλλά και του κτήματος που ήταν εγκαταλελειμμένο τόσα χρόνια, κι έτσι το ταμείο βγήκε μείον. Σημειωτέο ότι στα κτήματα δεν περνάει αγροτικός δρόμος, οπότε τα τσουβάλια με τις ελιές βγαίνουν από το κτήμα στον πλησιέστερο δρόμο με αγώγια (άλογα και μουλάρια).

Ευτυχώς, κάπου εκεί, εμφανίστηκε ο Αριστείδης, από το Πλωμάρι, που είχαμε γνωριστεί μερικές μέρες νωρίτερα: “Ε, μπάρε! Θέλω να μαζέψω ένα κτήμα στο Πρασκιό, θες να 'ρθεις να κάνουμε δανεικές;”. Ο Αριστείδης ήταν στα κτήματα από μικρό παιδί και η πρότασή του μού ήταν σωτήρια, αφού “δανεικές” σημαίνει... ανταλλαγή εργασίας! Θα δουλεύαμε κάποιες μέρες σε ένα δικό του κτήμα κι έπειτα θα πηγαίναμε άλλες τόσες σε ένα δικό μου. Έτσι κι έγινε και φτάσαμε μέχρι τα τέλη του Γενάρη, οπότε και σταματήσαμε γιατί οι ποσοστώσεις στα δικά μου χωράφια έβγαιναν ολοένα και χαμηλότερες. Η χρονιά ήταν πολύ κακή για όλο το νησί, και στα δικά μου δέντρα η κατάσταση ήταν επιβαρυμένη από την εγκατάλειψη των τριάντα και πλέον ετών... 

Η συνολική συγκομιδή ήταν 198 κιλά λάδι τα οποία ταξίδεψαν στην Αθήνα, όπου τυποποιήθηκαν και διατέθηκαν σε φίλους.Συνεχίζεται, εδώ...  "προς το κολλεκτιβίστικο όραμα: οι πρώτες ζυμώσεις."


 






Comments

POPULAR POSTS

Έντουαρντ Μπερνέζ και η Τέχνη της Χειραγώγησης των Μαζών.

Τζων Τέυλορ Γκάτο, ο δάσκαλος της χρονιάς στις ΗΠΑ: "Γιατί τα σχολεία δεν μορφώνουν"...

Ο δεκάλογος του ελέγχου των μαζών

Τριανέμι: ένα διαφορετικό σχολείο, ένα σχολείο Waldorf.

Περιβαλλοντική υποβάθμιση στην αρχαιότητα και το Μεσαίωνα

Βιομηχανική Κρεοπαραγωγή & Αλιεία: Συνέπειες

Μάνος Δανέζης συνέντευξη: από τις πτώσεις των πολιτισμών έως τις νέες αλήθειες του Σύμπαντος

Ταξιδεύοντας στην Τανζανία με σακίδιο (Μέρος 1ο)