Skip to main content

Ταξιδεύοντας στην Τανζανία με σακίδιο (Μέρος 1ο)

Η Αφρική μου χαμογελά.
Tο Νταρ Ες Σαλάμ είναι μία από τις δύσκολες πόλεις της Αφρικής. Δεν έχει την ένοπλη βία του Ναϊρόμπι και του Γιοχάνεσμπουργκ, αλλά δεν είναι η πόλη που θα πάρεις την φωτογραφική σου μηχανή και θα βολτάρεις στους δρόμους, ανέμελα. Η Ντέβια από την Σιγκαπούρη, με την οποία συνταξιδέψαμε με το φέρυ από την Ζανζιβάρη ως εδώ, είχε να διηγηθεί την μία πολύ δυσάρεστη εμπειρία από την πόλη, τις πρώτες κιόλας ώρες της άφιξής της. Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα λεπτά από την ώρα που την είχε αφήσει το ταξί στο λιμάνι, όταν, καθώς κατευθυνόταν προς το εκδοτήριο των εισιτηρίων, κάποιος την έσπρωξε, βίαια, από πίσω, την άρπαξε από τα μαλλιά, και με την απειλή ενός αντικειμένου που πίεσε στα πλευρά της, της ζήτησε τις αποσκευές της. Εκείνη πέταξε στον αέρα όσα δολάρια είχε στην τσέπη της και άρχισε να τρέχει σε πανικό.
Ο Φίλπ Μπριγκς στον ταξιδιωτικό οδηγό του Bradt προειδοποιούσε έτσι κι αλλιώς, είτε μέρα είτε νύχτα: μην ρισκάρεις να διασχίσεις την πόλη με αποσκευές. Πήρα ένα ταξί και κατευθύνθηκα προς το YWCA, που σε γενικές γραμμές το συνιστώ για ταξιδιώτες χαμηλού μπάτζετ –πιθανότατα τα 6$ (10.000Tsh) με πρωινό, για ένα κρεβάτι σε κοιτώνες τεσσάρων κρεβατιών, το τοποθετούν στην οικονομικότερη προσφορά της πόλης- αλλά αν θέλετε να κοιμηθείτε και πριν από τις 23.00μμ και μετά τις 05.00πμ, θα πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγετε την πτέρυγα της Λεωφόρου Αζικίουε, μιας και οι ντελάληδες των ντάλα-ντάλα που σταθμεύουν κυριολεκτικά μία ανάσα από τα δωμάτια, έχουν απίστευτα δυνατές και διαπεραστικές φωνές.   
Το απόγευμα, φόρεσα την «στολή των δύσκολων πόλεων», ένα κοντό παντελόνι, ένα Τι-σερτ και τις σαγιονάρες μου, έβαλα στην τσέπη 3-4 δολάρια σε τοπικό συνάλλαγμα, και βγήκα για βόλτα στην πόλη. Ούτε δέκα λεπτά δεν είχαν περάσει, όταν με πλεύρισε ένας τυπάκος, έως 25 ετών, που συστήθηκε ως φοιτητής στην σχολή καλών τεχνών της πόλης, με κατεύθυνση στην ζωγραφική. Ήταν φιλικός και ευχάριστος. Αγαπούσε το διάβασμα, είπε, και όσο μιλούσε, έδειχνε να έχει ευρύ πεδίο γνώσεων. Φτάσαμε στην παραλιακή λεωφόρο και περπατήσαμε μέχρι την ψαραγορά, που αξίζει να την επισκεφθεί κάποιος, για το χρώμα της, για να δει την αγορά του τηγανιού, όπου τηγανίζονται όλων των ειδών τα ψάρια και πωλούνται επιτόπου, αλλά κυρίως για τις δημοπρασίες, που προσωπικά εγώ δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Γύρω από μεγάλους πάγκους κάθονται –στο χώμα- δέκα με δεκαπέντε νοικοκυρές, που ήρθαν να ψωνίσουν για το σπίτι και ένας ψαράς που βγάζει στο σφυρί μερίδες ψαριών, που τελικώς καταλήγουν στα χέρια της γυναίκας που πλειοδότησε!
Έπειτα από την ψαραγορά, ο πρόσφατος φίλος με οδήγησε
στα προεδρικά κτήρια και από εκεί στον βοτανικό κήπο της πόλης, όπου με εντυπωσίασε με τις γνώσεις του γύρω από την λειτουργία του ιδρύματος, αλλά και από τις γνώσεις σχετικά με το κάθε φυτό και δέντρο. Και εκεί που σκεφτόμουν ότι είχα βρει, το πρώτο κιόλας απόγευμα ξεναγό σε μία από τις σκληρότερες πόλεις της Αφρικής, έπεσε το παραμύθι. Μόλις ολοκληρώσαμε την περιήγηση και την ευγενική ξενάγηση στον κήπο, μου δείχνει δύο καθίσματα –φαντάζομαι πως η καθιερωμένη βόλτα με τους Μουζούνγκου, πάντοτε σ’ αυτά θα καταλήγει-, κάθισε στο ένα, εγώ στο άλλο, και βγάζει από την τσάντα που κρατούσε ένα ρολό με καμιά εικοσιπενταριά σχετικά μικρούς καμβάδες, που ισχυρίστηκε ότι είναι έργα του και άρχισε το ποίημα του πλασαρίσματος: «ο φτωχός φοιτητής που χρειάζεται υποστήριξη κλπ…». Ο τύπος, όπως θα φανεί και στην συνέχεια, ήταν επαγγελματίας. Αφού κατάλαβε ότι δεν θα πουλήσει ζωγραφική, και αφού σηκώθηκα για να επιστρέψω στον ξενώνα, με ακολούθησε ως εκεί, και πριν φτάσουμε στην είσοδο, μου ζήτησε ένα σημαντικό ποσό, διότι «η κάρτα αναλήψεών του δεν λειτουργούσε τις τελευταίες μέρες και ο ίδιος είχε βρεθεί σε δεινή θέση». Εκεί δεν κρατήθηκα και του τα έψαλα κανονικά. Βασικά του είπα ό,τι ακριβώς σκεφτόμουν. Ο τύπος έγινε πιεστικός και μου είπε και μια δυο φορές ένα «μην με προδίδεις, γιατί δεν με υποστηρίζεις;», που με εξόργισε. Ευτυχώς το κατάλαβε και εξαφανίστηκε. Αργότερα θυμήθηκα το σχετικό άρθρο για τους ψευτο-καλλιτέχνες, που συχνάζουν και «ψαρεύουν» τουρίστες, γύρω από το Ξενοδοχείο New Africa, εκεί δηλαδή που τον πέτυχα.
Στο Νταρ έμεινα δύο βράδια, όσο χρειάστηκε για να στείλω κάποια πράγματά μου πίσω με το ταχυδρομείο και να κανονίσω το ταξίδι με το λεωφορείο για τον επόμενο προορισμό μου, το Λουσότο. 
Οι ταξιδιωτικές πληροφορίες περιγράφουν τον κεντρικό σταθμό των λεωφορείων του Νταρ ως ένα εφιαλτικό μέρος για τον ξένο επισκέπτη. Το άκουσα και από ταξιδιώτες, που είχαν βρεθεί εκεί, το διάβασα και στον οδηγό: «…καλύτερα να πας εκεί, μία μέρα πριν, και να αγοράσεις το εισιτήριο. Έτσι δεν θα έχεις να προσέχεις τις αποσκευές σου και θα μπορείς πιο εύκολα να αποφύγεις τους δεκάδες απατεώνες που πουλάνε στους τουρίστες εισιτήρια σε πολλαπλάσιες τιμές από τις πραγματικές και τσακώνονται μεταξύ τους για το ποιος θα τσιμπήσει το ανυποψίαστο θύμα». Πολύ ωραία - το μόνο πρόβλημα είναι ότι ο κεντρικός σταθμός των λεωφορείων, που ονομάζεται Ουμπούνγκο, βρίσκεται 9 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης όπου βρίσκεται το χόστελ μου, και επειδή η τοπική συγκοινωνία δεν συνίσταται για τους τουρίστες –έχουν αναφερθεί πολλαπλά περιστατικά κλοπών- θα πρέπει και οι τρεις διαδρομές να γίνουν με ταξί, δεκαπέντε με είκοσι (εξαρτάται με την διαπραγματευτική σου ικανότητα) χιλιάρικα η κάθε κούρσα, την ώρα που το λεωφορείο για το Λουσότο, κοντά στις επτά ώρες ταξίδι, θα μου κόστιζε δεκάξι. Κι επειδή δεν μου άρεσε καθόλου αυτό το σενάριο, το ταξιδιωτικό δαιμόνιο με οδήγησε στο γραφείο τουριστικών πληροφοριών, στην Λεωφόρο Σαμόρα, όπου μία ευγενέστατη κυρία, μου έδωσε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για το ταξίδι, και επιπλέον σήκωσε το κινητό της τηλέφωνο κάλεσε την εταιρεία που κάνει το δρομολόγιο και έκανε μία απ’ ευθείας κράτηση. Μέχρι και το όνομα και το κινητό του υπεύθυνου μου έδωσε, ώστε να τον βρω πιο εύκολα όταν θα πήγαινα στον σταθμό. Έτσι δεν χρειάστηκε η εκδρομή στον Ουμπούγκο!

Αυτό ήταν ο πρώτο ταξίδι μου με λεωφορείο στην ενδοχώρα - το προηγούμενο, εκείνο του 1999
Υπαίθρια αγορά λαχανικών στο χωριό Μόμπο.
είχε γίνει όλο με νοικιασμένο 4Χ4. Μου θύμισε εκείνα της Νοτιοανατολικής Ασίας. Ο χώρος ανάμεσα στο κάθισμά μου και σ’ αυτό του μπροστινού με υποχρέωσε να ταξιδέψω για κάτι λίγο περισσότερο από επτά ώρες, με τα γόνατα πιεσμένα στην πλάτη του καθίσματος του μπροστινού, κάτι που, από ένα σημείο κι έπειτα ήταν αρκετά επώδυνο. Κι έπειτα ο τρόπος που οδηγούν… Απίστευτη κατάσταση! Το παλιό και κακοσυντηρημένο λεωφορείο έκανε αμέτρητες προσπεράσεις, σε έναν δρόμο με μία λωρίδα για το κάθε ρεύμα, σε κάποιες περιπτώσεις χωρίς ορατότητα. Τα οδικά ταξίδια στην χώρα προσομοιάζουν σημαντικά με ζαριές. Δυστυχώς.
Έπειτα από σχεδόν έξι ώρες ταξιδιού στον βόρειο κλάδο του Εθνικού Δικτύου της χώρας, που φτάνει μέχρι την Αρούσα (η κομβική πόλη για την διοργάνωση των πιο διάσημων ίσως σαφάρι, στα κοντινά Εθνικά Πάρκα της Λίμνης Μανυάρα, του κρατήρα του Νγκόρο Νγκόρο και του παγκόσμιας φήμης, Σερενγκέτι), στο χωριό Μόμπο, το λεωφορείο έστριψε αριστερά, σκαρφαλώνοντας στις κατάφυτες πλαγιές της Ουσαμπάρα. Τελικός προορισμός, το Λουσότο. Στην καρδιά της οροσειράς, που το μεγαλύτερο της μέρος καλύπτεται από το πυκνό δάσος που καλείται «δάσος των σύννεφων» (cloud forest).   
Mombo Village.
Στο Λουσότο φτάσαμε το σούρουπο. Ο καιρός ήταν κρύος και βροχερός. Στον σταθμό των λεωφορείων ήταν απλωμένη λάσπη. Ευτυχώς είχα προβλέψει και φορούσα παπούτσια –και όχι τα σανδάλια. Με το που κατέβηκα, με πλεύρισε ένας καλοθελητής, που με ακολούθησε σε ένα κοντινό τσαγάδικο, όπου κατευθύνθηκα για να συνέλθω κάπως από το ταξίδι και να ψάξω στις σελίδες του ταξιδιωτικού οδηγού για το επόμενο κατάλυμά μου. Ο τύπος μόλις άκουσε την εθνικότητά μου, μου είπε ότι υπάρχει ακόμα ένας Έλληνας στην πόλη. Το όνομά του είναι Τόνυ, και έχει το καλύτερο ξενοδοχείο στην πόλη, με το καλύτερο μπαρ, ανέφερε ο πρόσφατος συνοδός μου. Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση του, σήκωσε το κινητό του, κάλεσε κάποιον και μου έδωσε την συσκευή. Έστειλα μία «καλησπέρα» στην άλλη άκρη της γραμμής και έλαβα ένα «χαίρεται, τι κάνετε;», σαν απάντηση.
Lawns Hotel
Στην σύντομα συνομιλία μας ο κύριος Αντώνης, μου πρόσφερε την φιλοξενία του σε ένα από τα μονόκλινα δωμάτιά του για 10$, συμπεριλαμβανομένου του πλουσιότερου πρωινού που συνάντησα προς ώρας, στο ταξίδι μου, αντί των 25-35$ του τιμοκαταλόγου του ξενοδοχείου. Και προφανώς αυτή η ειδική μεταχείριση οφείλεται στην κοινή μας καταγωγή.
Λουσότο
Στο Lawns Hotel (http://www.lawnshotel.com/) του κυρίου Αντώνη, το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα για όποιον μπορεί να διαθέσει αυτά τα χρήματα ή έχει την τύχη της ελληνικής εθνικότητας, πέρασα τις επόμενες 8-9 μέρες. Τις περισσότερες από αυτές, ο καιρός ήταν βροχερός –έτυχε να βρέχει για δύο μέρες, ασταμάτητα- και έκανε κρύο. Τις λίγες φορές που ο καιρός άνοιξε, έκανα μακρινές βόλτες. Η μία ήταν στο Irente View Point, το σημείο με την υπέροχη θέα, που διαφημίζεται σε όλα τα τουριστικά έντυπα της ευρύτερης Ουσαμπάρα. Ο περίπατος, που διήρκησε περίπου τέσσερις ώρες, διέσχιζε ένα υπέροχο τοπίο, όπου η τροπική βλάστηση συνδυαζόταν πανέμορφα με το Δάσος των Σύννεφων.
Περπατώντας προς την "Ελβετική Φάρμα"
Τις βροχερές μέρες, φορούσα το αδιάβροχό μου, έκανα βόλτες στο χωριό και δοκίμαζα τις ντόπιες συνταγές. Τα βράδια τα περνούσα στο μπαρ του Lawns, μπροστά από ένα πέτρινο τζάκι, μιλώντας με τον κο Τόνυ και τους υπόλοιπους φιλοξενούμενος, που οι περισσότεροι από αυτούς είναι Αμερικάνοι εθελοντές της οργάνωσης Peace Corps. Διδάσκουν, όλοι τους, χωρίς αμοιβές στο γυμνάσιο ενός κοντινούς χωριού, για δύο χρόνια, το λιγότερο (αυτή είναι η ελάχιστη διάρκεια των συμβολαίων της συγκεκριμένης οργάνωσης). Η περιοχή είναι φτωχή και έλκει το ενδιαφέρον πολλών διαφορετικών οργανισμών, ανάμεσα στους οποίους, μία υπηρεσία διεθνούς βοήθειας του Πολωνικού κράτους.
Αριστερά μου, ο Μάρκο και δεξιά, ο Τόνυ
Τις τελευταίες μέρες, φιλοξενήθηκε στο ξενοδοχείο και ο Μάρκο, αδερφικός φίλος του Τόνυ, Ιταλός στην καταγωγή, αλλά επίσης γεννημένος και μεγαλωμένος στην Τανζανία - στο Μόσι, αυτός. Άκουσα υπέροχες ιστορίες από τους δύο φίλους, με την συνοδεία Τανζανικής μπύρας (η Τάσκερ και η Κίλι είναι οι αγαπημένες μου). Ήταν όμως και κάποιες από τις ιστορίες, που ήταν απρόσμενα απογοητευτικές. Ο Μάρκο είπε πως η Αφρική, έτσι όπως την γνώρισε και την θυμάται ο παλιός κόσμος, δεν υπάρχει πια. Πως χάθηκε για πάντα. Η λαθροθηρία έχει εξαφανίσει την άγρια ζωή, που πλέον έχει περιοριστεί μόνο εντός των ορίων των εθνικών πάρκων. Ο Τόνυ συμφώνησε και θυμήθηκε, πως όταν ήταν παιδί, την δεκαετία του ’60, τότε που ζούσε με την οικογένεια του στο κοντινό Μόμπο, ο πατέρας του του έδινε το τουφέκι, με ένα μόνο μονόβολο, ο μικρός Τόνυ περπατούσε μόλις 10-15 λεπτά, και επέστρεφε με ένα Ιμπάλα! Αν περπατούσε πάνω από μισή ώρα συνέχισε, θα έβλεπε έναν ρινόκερο ή έναν Αφρικανικό βούβαλο, συμπλήρωσε ο Μάρκο και ο Τόνυ επιβεβαίωσε, εμφατικά. «Η Αφρική έχει τελειώσει», είπε ο Μάρκο, αρκετές φορές, «και κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα, για το ο,τιδήποτε». Και εγώ ξέρω πως έχει άδικο!

κείμενο και φωτογραφίες,
του Δημήτρη Μαμάκου
περισσότερα για τον Δημήτρη, εδώ 
συνδεθείτε μαζί του στο facebook, εδώ 
ακολουθήστε τον σύνδεσμο για να δείτε όλες τις φώτο.


Backpacking in Tanzania (Part 1)

Dar es Salaam is one of the hardest cities in Africa. There is no armed violence as in Nairobi and Johannesburg, neither it’s the city that you will take out your camera and walk around the streets, without concern. Devia from Singapore, with whom we travelled together with the ferry from Zanzibar up to here, had a very unpleasant experience of the city to share, which took place within the first few hours upon her arrival. Not even ten minutes after the taxi left her to the port, while she was heading to the ticket office, someone pushed her violently from behind, grabbed her by the hair and by the threat of an object which pushed her ribs, asked for her luggage. She threw out in the air as many dollars as she could possibly have in her pocket and start running in panic.
Philip Briggs on Bradt’s travel guide warned anyway, either it is a day or night : do not risk to cross the city with a luggage. So I took a taxi and headed to the YWCA, which in general I recommend to low budget travelers – most probably the price of $ 6 (10.000Tsh) with breakfast, for a bed in a 4-bedded chamber, list it in the most economical offer of the city - but if you wish to sleep before 23:00pm and after 5:00am, you should definitely avoid the Avenue Azikiwe wing, since the canvassers of dala-dala parked literally a breath out of the rooms, have incredibly strong and shrill voices.

In the afternoon I wore my "uniform of tough cities" shorts, a t-shirt and flip flops, put in the pocket 3-4 dollars in local currency and went out for a walk in the city. Not even ten minutes later, a bloke of about 25 years old approached me and introduced himself as a student in the school of fine arts of the city, with a direction to painting. He was friendly and pleasant. He said he loved reading and while he was speaking he seemed to have a wide range of knowledge. We arrived to the coastal avenue and walked to the fish market, which is worth a visit for its color, in order to see the market of pan, where all kinds of fried fishes are sold at the spot but mainly for the auctions, which personally I haven’t seen anything similar before. Ten to fifteen housewives, who came to do their shopping, were sitting on the ground, around large counters and a fisherman selling portions of fishes to the one with the highest bid!

After the fish market, my recent friend led me to the presidential buildings and then to the botanical garden of the city, where I was impressed by his knowledge of how the institution works as well as by the knowledge about each plant and tree. And as I was thinking that I found, from the very first afternoon, a tour guide in one of the toughest cities of Africa, he dropped the “tale”. Once we finished the sightseeing tour and the kind tour in the garden he pointed out two seats - I thought that the usual walk with the Mzungku always ends up there – he sat in one and me on the other and took out of the bag he was carrying, a roll with approximately twenty five small canvases, which claimed to be his work and began the poem of promotion: "the poor student who needs support etc... ". The guy, as proved later, was a professional. When he realized he wouldn’t sell any paintings and after I stood up to get back to the lodge, followed me there, and before we step into the entrance he asked for a significant amount due to the fact that "his cash card didn’t work the last few days and he had been in a very difficult situation". That was the point I couldn’t stand it anymore and yelled at him. As a matter of fact I told him exactly what I was really thinking. The guy became pressing and told a couple of times "Do not betray me, why don’t you support me?” which made me angry. Fortunately he understood it and disappeared. Later on I remembered the relevant article about the false - artists who hang out and try to extract tourists around New Africa Hotel, exactly where I found him.

I stayed in Dar for two nights, which was exactly the time I needed to send by post some of my stuff back and arrange the trip by bus to my next destination, Lushoto.

Travelling information describe the main bus station in Dar as a nightmarish place for a foreign visitor. I heard this from travelers who had been there before and also read it on the guide : "... you better go there a day in advance and buy the ticket. So that you don’t have to watch your luggage and be able to avoid more easily the dozens of scammers who sell tickets to the tourists in multiple than face value prices while fighting with each other about who would get the unsuspected victim". Very nice - the only problem is that the central bus station called Ubungo is located 9 km from downtown where my lodge is and taking in consideration that the local transportation is not recommended for tourists – many incidents of robberies have been reported - all three ways have to be done by taxi which means fifteen to twenty grand per race (depending on your negotiating ability) when the bus to Lushoto, for a seven-hour trip, would cost me sixteen. And since I didn’t like this scenario at all, the travelling demon led me to the touristic information office at Samora Avenue, where a polite lady gave me all the necessary information for the trip and in addition picked up her cell phone and called the company that makes the itinerary to make a direct booking. She even gave me the name and phone of the responsible person, in order to find him more easily when I would arrive to the station. Therefore I didn’t have to go all the way to Ubungo!

This had been my first trip in the mainland by bus – the previous back in 1999 was done by a rented 4x4. It reminded me of those in Southeast Asia. The space between my seat and the one in front of it forced me to travel for more than seven hours, with my knees pressed to the back seat of the front seat which from a point and onwards was quite painful. And then the way they drive... an unbelievable situation! The old and badly maintained bus made ​​countless overtakes, on a road with only one lane for each direction, without visibility in some cases. The road trips in the country can significantly look like dices. Unfortunately.

Almost after a journey of six hours in the northern sector of the country's National Network, reaching till Arusha (the key city for organizing maybe the most famous safaris to the nearby National Parks of Lake Manyara, the Ngoro Ngoro crater and the world-famous, Serengeti), to the village of Mombo, the bus turned left, climbing the overgrown hillsides of Usambara. Final destination is Lushoto. In the heart of the mountain, where the biggest part is covered by a dense forest known as “cloud forest”.

We arrived in Lushoto at dawn. The weather was cold and rainy. Mud was spread at the bus station. Fortunately I’ve seen it coming so I was wearing shoes instead of sandals. As soon as I stepped down a well-wisher came by, who followed me to a nearby tea shop where I went to recover somehow from the journey and look through the pages of the travel guide for my next accommodation. When this guy heard about my nationality he told me that there is one more Greek in the city. His name is Tony and he’s got the best hotel in town, with the best bar as stated by my recent escort. Before he could even finish the sentence, he picked up his cell phone, called someone and gave me the device. I sent a "Good evening" to the end of the other line and got back a "Hello. How are you?" as a reply.

During our short conversation Mr.Antonis offered me hospitality in one of the single rooms for $ 10, including the richest breakfast I had seen so far on my trip, against $ 25-35 of hotel’s price list. Obviously this special treatment is due to our common ancestry.

In Lawns Hotel (http://www.lawnshotel.com/) owned by Mr. Antonis, which I highly recommend for anyone who can afford to spend the above amount or is lucky enough to have Greek nationality, I spent the next 8-9 days. Most of the time the weather was rainy – it so happened to rain nonstop two days in a row - and it was cold. The few times the weather was better, I went for a long walk. One of these walks was at Irente ViewPoint, the point with the spectacular view, which is advertised in every printed touristic form of the wider Usambara. The walk lasted about four hours, crossed by a beautiful landscape with tropical greenery beautifully combined with the Forest of Clouds.

During the rainy days I was wearing my raincoat and walked in the village, tasting local recipes. I spent the evenings at the bar of Lawns, in front of a stone fireplace, talking to Mr. Tony and the rest of the guests, which most of them are American volunteers of Peace Corps organization. They all teach, free of charge in a high school of a nearby village, for at least two years (this is the minimum duration of the contracts of this specific organization). The territory is poor and attracts the interest of many different organizations, among them, an international aid service of the Polish state.

In the last few days, Marco, brotherly friend of Tony’s, who is of Italian origin but also born and raised in Tanzania - in Moshi to be more specific, was hosted at the hotel. Accompanied by Tanzanian beer (Tusker and Keeley are my favorite) I heard some wonderful stories from these two friends. But also some of the stories were surprisingly disappointing.
Marko said that the way he experienced Africa and how it is remembered by the old people, doesn’t exist anymore. Thus, it is lost for good. The illegal hunting has eliminated the wild life, which is now limited within the boundaries of national parks. Tony agreed and remembered that when he was a child, in the 60’s, at the time he was living with his family in the nearby village Mombo, his father used to give him the rifle with a single shot, little Tony was walking for just 10-15 minutes and returned with an Impala! If he walked for more than half an hour he continued, he would then see a rhino or an African buffalo Marco added and Tony confirmed emphatically. "Africa is over", said Marco quite a few times, "and nobody can do anything about that". And I know that he is wrong!

This poost has been translated in English by Marina Niti (volunteer)

 
Η Αφρική όταν χαμογελά!



Η φτώχεια αποτυπωμένη στις παιδικές φιγούρες.

Comments

  1. Γεια και χαρά σε όλους σας. Πολύ χαίρομαι που σας βρίσκω εδώ! Αν σας άρεσε το παραπάνω ποστάκι, και θα θέλατε να δώσετε την δυνατότητα και σε αγγλόφωνους αναγνώστες να το διαβάσουν, και αν είστε άρτιοι γνώστες της αγγλικής, τότε είστε παραπάνω από ευπρόσδεκτοι να το μεταφράσετε.
    Επικοινωνία στο dmamakos@hotmail.com

    Ευχαριστώ θερμά!
    Δημήτρης
    17/07/2013
    Νκάτα Μπέι, Μαλάουι.

    ReplyDelete

Post a Comment

POPULAR POSTS

Έντουαρντ Μπερνέζ και η Τέχνη της Χειραγώγησης των Μαζών.

Περιβαλλοντική υποβάθμιση στην αρχαιότητα και το Μεσαίωνα

Ο δεκάλογος του ελέγχου των μαζών

Αλχημεία: Τι Είναι Τελικά Το Μέγα Έργο;

Τριανέμι: ένα διαφορετικό σχολείο, ένα σχολείο Waldorf.

German New Medicine - Dr. Hamer's Medical Paradigm.

Γεώργιος Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ: ο μεγάλος Έλληνας μυστικιστής