Την προηγούμενη Πέμπτη, 23 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε η πρώτη παρουσίαση σε κοινό του νέου βιβλίου του Δημήτρη Μαμάκου, "Το Μέγαρο", στα πλάισια του φεστιβάλ της Ελεύθερης Παραλίας Ερεσού. Πραγματοποιήθηκε διπλή βιβλιθοπαρουσίαση με το τελευταίο έργο του Χιώτη συγγραφέα Γιάνη Μακριδάκη, με τίτλο "Στην σκιά του όρους Όχη".
Ακολουθεί η παρουσίαση του "Μεγάρου" και τα αποσπάσματα που διαβάστηκαν:
Το Μέγαρο. Ένα μεγακτίριο στο εμπορικό κέντρο της πόλης…
«Τριακόσια είκοσι ένα γραφεία σε είκοσι τρεις ορόφους· καταστήματα, εταιρείες, ενοικιαζόμενα διαμερίσματα, επιχειρήσεις κάθε λογής. Μπαίνει και βγαίνει καθημερινά πολύς κόσμος. Ένα μεγάλο χωριό»
Ο Δημοσθένης Καλλής είναι ένας μοναχικός καθηγητής μαθηματικών, που κληρονομεί έναν μικρό χώρο στο Μέγαρο, μαζί με το δάνειο που το βαρύνει και αναγκάζεται να μεταφέρει τα γκρουπ των μαθητών του εκεί. Σύντομα αρχίζει να διαπιστώνει το παρασκήνιο του κτιρίου…
«Δύο παλιοί ιδιοκτήτες έχουν αθροιστικά τα εξήντα έξι από τα τριακόσια είκοσι ένα γραφεία του Μεγάρου. Όλα τα χρόνια οι διαχειριστές ήταν άνθρωποι είτε του ενός είτε του άλλου. Με το μέγεθος της ιδιοκτησίας τους και την επιρροή που ασκούσαν σε άλλους ιδιοκτήτες, μπορούσαν να εκλέξουν κάθε φορά όποιον ήθελαν για διαχειριστή. Κάθε φορά, όμως, που εκλέγεται άνθρωπος του ενός, ο άλλος του ξεκινάει πόλεμο για όλη τη διάρκεια της θητείας του, μέχρι να ξαναπάρει αυτός τη διαχείριση».
Και λίγο πιο κάτω…
«Τώρα να δεις τι γίνεται, που έρχονται εκλογές. Ο πρώην διαχειριστής, άνθρωπος του κατασκευαστή, καταγγέλλει τη νυν, που είναι του γιατρού, για ρεμούλες στη θητεία της και η άλλη επιστρέφει άλλες τόσες κατηγορίες γι’ άλλα τόσα σκάνδαλα της δικής του θητείας. Τα στέλνουν όλ’ αυτά στο μέιλ της διαχείρισης. Μπαίνω και τα βλέπω και δεν τα πιστεύω αυτά που διαβάζω. …
Το ζήτημα όμως είναι πως όσο περισσότερα μαθαίνω, τόσο πιο πολύ τρελαίνομαι. Και δεν μπορώ να το αποφύγω. Είναι χρόνια η κατάσταση και έχουν νοτίσει τα ντουβάρια. Και τίποτα να μην ακούω, νιώθω».
Ο Δημοσθένης νιώθει την πραγματικότητα του Μεγάρου να στενεύει όλο και πιο πολύ
γύρω του… Έχει μπει πια το φθινόπωρο, ένα περιστατικό μονοπωλεί τις κουβέντες στα καφέ και στους διαδρόμους του Μεγάρου: ο πρώην διαχειριστής κατηγορείται για παρακράτηση πολλών χιλιάδων ευρώ από το αποθεματικό του κτιρίου και το δικαστήριο πήρε ακόμα μία αναβολή. Η Άννα πληροφορεί τον Δημοσθένη ότι αυτό έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν… με άλλους διαχειριστές που είχαν βάλει χέρι στο κοινόχρηστο ταμείο και που ήταν άνθρωποι του Λαμπρόπουλου, του ενός από τους δύο μεγαλοϊδιοκτήτες του Μεγάρου. Σε καμία από αυτές τις υποθέσεις δεν βγήκε απόφαση. Οι διαδοχικές αναβολές, σε όλες τις περιπτώσεις, οδήγησαν στην παραγραφή.
«Ο Λαμπρόπουλος και οι άνθρωποί του δεν έχουν τιμωρηθεί ποτέ, από κανέναν και για τίποτα», λέει η Άννα και ο Δημοσθένης ακούει αυτή την φράση να αντηχεί στην σκέψη του μέρα και νύχτα.
Ο Δημοσθένης είχε ακολουθήσει σε όλη την μέχρι τότε διαδρομή του τον δρόμο της απόστασης από τα πράγματα, της αφάνειας. Τώρα, όμως, του ήταν αδύνατον να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια.
Επισκέπτεται την νομική σύμβουλο του Μεγάρου, αναζητώντας διέξοδο. Εκείνη τον ακούει με ενδιαφέρον, αναγνωρίζει το πρόβλημα της κακοδικίας των προηγούμενων υποθέσεων και τον διαβεβαιώνει πως
«αν μπορεί να υπάρξει κάποια διέξοδος, τότε αυτή δεν περνάει από τα δικαστήρια, αλλά από τη δομή της συνιδιοκτησίας και τα όργανά της»
Από εκείνη την συνάντηση και μετά, ο Δημοσθένης στοιχειώνεται από τις σκέψεις του, από τις οποίες προσπαθεί να δραπετεύσει, δίχως αποτέλεσμα.
Τον ακούμε να περιγράφει ο ίδιος το πως νιώθει:
«Η υπόθεση αυτόν τον καιρό με βασανίζει νύχτα μέρα· σε σημείο που έχω φτάσει ν’ αναρωτιέμαι μήπως κάτι δεν πάει καλά με μένα. Το ότι δεν είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στον νόμο δεν το μαθαίνω τώρα, για πρώτη φορά, όλοι μας το ξέρουμε, αλλά συνεχίζουμε κανονικά τη ζωή μας. Τι συμβαίνει τώρα κι η δική μου μοιάζει να μην μπορεί να συνεχιστεί λόγω αυτής της πρόσφατης εξέλιξης; Γιατί ετούτη η επίγνωση που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό είναι κοινή για όλους μας, μόνο για μένα αποτελεί πλέον τροχοπέδη;
»Από τη μία ανησυχώ για την πνευματική μου υγεία: με απασχολεί υπερβολικά ένα γεγονός που για τους περισσότερους εξαντλείται σε κουβέντες καφενείων. Έπειτα, κάνω περιφρονητικούς συλλογισμούς για τους συνιδιοκτήτες του Μεγάρου, επειδή ακριβώς αποδέχονται την αδικία. Έχω φτάσει να σκέφτομαι ότι είναι άξια περιφρόνησης συνολικά η ανθρωπότητα, που ιστορικά εξεγείρεται μόνο όταν φτάνει σε σημείο να λιμοκτονεί. Σκέφτομαι ότι θα όφειλε να εξεγείρεται πολύ νωρίτερα, όταν της στερούν την ισονομία και τη δικαιοσύνη. Αν επαναστατούσε για τη δικαιοσύνη, δεν θα έφτανε ποτέ να λιμοκτονεί – τέτοια σκέφτομαι»
Ο Δημοσθένης αναζητά βοήθεια από τον ψυχοθεραπευτή του. Προσπαθεί να του εξηγήσει, να μεταφέρει το κλίμα του Μεγάρου.
Ακολουθεί η διήγησή του:
«Έχουν αθροιστεί πολλά άλλα, τελευταία, και νιώθω έτοιμος να εκραγώ». Είπα για την κατάσταση στο Μέγαρο. Ότι οι χειρότεροι μέσα εκεί αποφασίζουν και μου επιβάλλουν τα φιρμάνια τους για ζητήματα δικά μου και καθημερινά.
«Τι είδους αποφάσεις σας επιβάλλουν;» ρώτησε ο γιατρός.
Είπα για το σκάνερ της εισόδου και για τους σεκιουριτάδες. Ότι μου κάνουν σωματικό έλεγχο, κάθε πρωί, για να μπω στο γραφείο μου. Προσπαθούσα να είμαι ήρεμος, όσο όμως μίλαγα, μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. «Αποφάσισαν και διέταξαν τον σωματικό έλεγχο όλων μας, για την ασφάλειά μας –αυτό είπαν– ποιοι; αυτοί που αποτελούν τον νούμερο ένα κίνδυνο για τη συνιδιοκτησία». Είχα αρχίσει να φωνάζω. Είπα για τις εις βάρος μας απάτες, για τις υπεξαιρέσεις, για την ατιμωρησία. Αυτός κοιτούσε. Εγώ έλεγα, έλεγα, έλεγα κι έβριζα. Κάποια στιγμή το κατάλαβα και σταμάτησα. Έγειρα στην πλάτη της πολυθρόνας και του ζήτησα συγγνώμη. Αυτός, εκεί, σκυμμένος στο μπλοκάκι του. Ατάραχος.
Ο Δημοσθένης μιλούσε και ο Αξελός τον άκουγε και κρατούσε σημειώσεις.
Σε κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε:
«Είναι άλλο να αντιλαμβάνεστε την κατάχρηση μιας εξουσίας –που σαφώς και αφθονεί γύρω μας– και να επιδιώκετε να την αντιμετωπίσετε, και άλλο να ζείτε παθητικά, μ’ έναν μόνιμο θυμό απέναντί της. Ο θυμός σάς θολώνει την κρίση και σας καταστρέφει εσωτερικά. Έτσι καταλήγετε να μην μπορείτε να κάνετε τίποτα – ούτε για εσάς ούτε για τους άλλους. Έχετε ήδη εξουδετερωθεί· ο εχθρός σας έχει θριαμβεύσει».
«Σταματήστε να συσσωρεύετε θυμό – θα σας διαλύσει», απάντησε, με μαλακωμένη φωνή. «Διοχετεύστε τον σε δράση: φωνάξτε, βρίστε, πάρτε έναν σάκο του μποξ και λιανίστε τον. Πριν απ’ όλα αυτά, όμως, δείτε αν μπορείτε να αντιμετωπίσετε ό,τι σας θυμώνει. Όμως δράστε. Αφήστε πίσω σας το παιδί που θυμώνει για να αποφύγει τις ευθύνες της ενηλικίωσης. Πράξτε σαν υπεύθυνος ενήλικας».
Τις επόμενες μέρες τα γεγονότα έσφιγγαν όλο και περισσότερο τον κλοιό των σκέψεων του Δημοσθένη, που δεν ξεχνούσε την προτροπή του γιατρού. Μέχρι που πήρε την απόφαση:
Θα άφηνε τον ίλιγγο της διαπίστωσης του αδιεξόδου – θα περνούσε στην δράση.
Στην συνέλευση των ιδιοκτητών για την εκλογή διαχειριστή για το επόμενο έτος, ανακοίνωσε και την δική του υποψηφιότητα, με μια υπόσχεση ανήκουστη για τα χρονικά του Μεγάρου: θα έπρεπε, λέει να αλλάξει ο τρόπος που διοικείται το Μέγαρο από την ρίζα.
Ο Δημοσθένης πέρασε εκείνη την στιγμή ένα κατώφλι.
Από εκείνη την ώρα μπήκε σ’ έναν πόλεμο, που ένιωθε ο ίδιος, το όφειλε στον εαυτό του.
Καθώς εξελισσόταν, όμως, αυτός ο πόλεμος, γρήγορα φάνηκε ότι δεν ήταν μόνο απέναντι σε ένα κατεστημένο που έβλεπε να απειλούνται τα προπατορικά του δικαιώματα πάνω στην εκμετάλλευση των ευκαιριών του κτιρίου. Ήταν ταυτόχρονα και ένας πόλεμο με τον εαυτό του. Απέναντι σε κείνη την πλευρά του που διψά για εγωιστικές νίκες και λησμονεί τον αρχικό σκοπό – το δίκιο των πολλών.
Ο Δημοσθένης μπαίνει μαζί με ολόκληρο τον οργανισμό του Μεγάρου σε αχαρτογράφητα νερά. Σε νερά που είναι συχνότερα ταραγμένα παρά γαλήνια
εχθρούς και τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται.
Ένα ερώτημα, όμως, βγαίνει πιο ψηλά απ’ όλα τ’ άλλα:
Είναι ο Θάνος που το διατυπώνει, ένας από τους κομπιουτεράδες του δέκατου έκτου ορόφου:
«Στο διά ταύτα», διερωτάται ο Θάνος, «Τι κάνουμε τώρα;»
Ο Δημοσθένης τον κοιτάζει και απαντά με αποφασιστικότητα:
«Αυτό που κάνουμε ήδη. Τους αφαιρούμε δύναμη. Τους παίρνουμε το Μέγαρο».
Αναζητήστε Το Μέγαρο του Δημήτρη Μαμάκου, σε όλα τα φυσικά και
ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία.
Ή εδώ για ιντερνετική παραγγελία:




No comments:
Post a Comment