Monday, 27 July 2026

Η πρώτη παρουσίαση του Μεγάρου σε κοινό.

Την προηγούμενη Πέμπτη, 23 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε η πρώτη παρουσίαση σε κοινό του νέου βιβλίου του Δημήτρη Μαμάκου, "Το Μέγαρο", στα πλάισια του φεστιβάλ της Ελεύθερης Παραλίας Ερεσού. Πραγματοποιήθηκε διπλή βιβλιθοπαρουσίαση με το τελευταίο έργο του Χιώτη συγγραφέα Γιάνη Μακριδάκη, με τίτλο "Στην σκιά του όρους Όχη".

Ακολουθεί η παρουσίαση του "Μεγάρου" και τα αποσπάσματα που διαβάστηκαν:

 

Το Μέγαρο. Ένα μεγακτίριο στο εμπορικό κέντρο της πόλης…

«Τριακόσια είκοσι ένα γραφεία σε είκοσι τρεις ορόφους· καταστήματα, εταιρείες, ενοικιαζόμενα διαμερίσματα, επιχειρήσεις κάθε λογής. Μπαίνει και βγαίνει καθημερινά πολύς κόσμος. Ένα μεγάλο χωριό»

 Ο Δημοσθένης Καλλής είναι ένας μοναχικός καθηγητής μαθηματικών, που κληρονομεί έναν μικρό χώρο στο Μέγαρο, μαζί με το δάνειο που το βαρύνει και αναγκάζεται να μεταφέρει τα γκρουπ των μαθητών του εκεί. Σύντομα αρχίζει να διαπιστώνει το παρασκήνιο του κτιρίου…

«Δύο παλιοί ιδιοκτήτες έχουν αθροιστικά τα εξήντα έξι από τα τριακόσια είκοσι ένα γραφεία του Μεγάρου. Όλα τα χρόνια οι διαχειριστές ήταν άνθρωποι είτε του ενός είτε του άλλου. Με το μέγεθος της ιδιοκτησίας τους και την επιρροή που ασκούσαν σε άλλους ιδιοκτήτες, μπορούσαν να εκλέξουν κάθε φορά όποιον ήθελαν για διαχειριστή. Κάθε φορά, όμως, που εκλέγεται άνθρωπος του ενός, ο άλλος του ξεκινάει πόλεμο για όλη τη διάρκεια της θητείας του, μέχρι να ξαναπάρει αυτός τη διαχείριση».

 Και λίγο πιο κάτω…

 «Τώρα να δεις τι γίνεται, που έρχονται εκλογές. Ο πρώην διαχειριστής, άνθρωπος του κατασκευαστή, καταγγέλλει τη νυν, που είναι του γιατρού, για ρεμούλες στη θητεία της και η άλλη επιστρέφει άλλες τόσες κατηγορίες γι’ άλλα τόσα σκάνδαλα της δικής του θητείας. Τα στέλνουν όλ’ αυτά στο μέιλ της διαχείρισης. Μπαίνω και τα βλέπω και δεν τα πιστεύω αυτά που διαβάζω. …

 Το ζήτημα όμως είναι πως όσο περισσότερα μαθαίνω, τόσο πιο πολύ τρελαίνομαι. Και δεν μπορώ να το αποφύγω. Είναι χρόνια η κατάσταση και έχουν νοτίσει τα ντουβάρια. Και τίποτα να μην ακούω, νιώθω».

 

Ο Δημοσθένης νιώθει την πραγματικότητα του Μεγάρου να στενεύει όλο και πιο πολύ


γύρω του… Έχει μπει πια το φθινόπωρο, ένα περιστατικό μονοπωλεί τις κουβέντες στα καφέ και στους διαδρόμους του Μεγάρου: ο πρώην διαχειριστής κατηγορείται για παρακράτηση πολλών χιλιάδων ευρώ από το αποθεματικό του κτιρίου και το δικαστήριο πήρε ακόμα μία αναβολή. Η Άννα πληροφορεί τον Δημοσθένη ότι αυτό έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν… με άλλους διαχειριστές που είχαν βάλει χέρι στο κοινόχρηστο ταμείο και που ήταν άνθρωποι του Λαμπρόπουλου, του ενός από τους δύο μεγαλοϊδιοκτήτες του Μεγάρου. Σε καμία από αυτές τις υποθέσεις δεν βγήκε απόφαση. Οι διαδοχικές αναβολές, σε όλες τις περιπτώσεις, οδήγησαν στην παραγραφή.

«Ο Λαμπρόπουλος και οι άνθρωποί του δεν έχουν τιμωρηθεί ποτέ, από κανέναν και για τίποτα», λέει η Άννα και ο Δημοσθένης ακούει αυτή την φράση να αντηχεί στην σκέψη του μέρα και νύχτα.

 

Ο Δημοσθένης είχε ακολουθήσει σε όλη την μέχρι τότε διαδρομή του τον δρόμο της απόστασης από τα πράγματα, της αφάνειας. Τώρα, όμως, του ήταν αδύνατον να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. 

Επισκέπτεται την νομική σύμβουλο του Μεγάρου, αναζητώντας διέξοδο. Εκείνη τον ακούει με ενδιαφέρον, αναγνωρίζει το πρόβλημα της κακοδικίας των προηγούμενων υποθέσεων και τον διαβεβαιώνει πως

«αν μπορεί να υπάρξει κάποια διέξοδος, τότε αυτή δεν περνάει από τα δικαστήρια, αλλά από τη δομή της συνιδιοκτησίας και τα όργανά της»

Από εκείνη την συνάντηση και μετά, ο Δημοσθένης στοιχειώνεται από τις σκέψεις του, από τις οποίες προσπαθεί να δραπετεύσει, δίχως αποτέλεσμα.

Τον ακούμε να περιγράφει ο ίδιος το πως νιώθει:

 «Η υπόθεση αυτόν τον καιρό με βασανίζει νύχτα μέρα· σε σημείο που έχω φτάσει ν’ αναρωτιέμαι μήπως κάτι δεν πάει καλά με μένα. Το ότι δεν είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στον νόμο δεν το μαθαίνω τώρα, για πρώτη φορά, όλοι μας το ξέρουμε, αλλά συνεχίζουμε κανονικά τη ζωή μας. Τι συμβαίνει τώρα κι η δική μου μοιάζει να μην μπορεί να συνεχιστεί λόγω αυτής της πρόσφατης εξέλιξης; Γιατί ετούτη η επίγνωση που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό είναι κοινή για όλους μας, μόνο για μένα αποτελεί πλέον τροχοπέδη;

»Από τη μία ανησυχώ για την πνευματική μου υγεία: με απασχολεί υπερβολικά ένα γεγονός που για τους περισσότερους εξαντλείται σε κουβέντες καφενείων. Έπειτα, κάνω περιφρονητικούς συλλογισμούς για τους συνιδιοκτήτες του Μεγάρου, επειδή ακριβώς αποδέχονται την αδικία. Έχω φτάσει να σκέφτομαι ότι είναι άξια περιφρόνησης συνολικά η ανθρωπότητα, που ιστορικά εξεγείρεται μόνο όταν φτάνει σε σημείο να λιμοκτονεί. Σκέφτομαι ότι θα όφειλε να εξεγείρεται πολύ νωρίτερα, όταν της στερούν την ισονομία και τη δικαιοσύνη. Αν επαναστατούσε για τη δικαιοσύνη, δεν θα έφτανε ποτέ να λιμοκτονεί – τέτοια σκέφτομαι»

 


Ο Δημοσθένης αναζητά βοήθεια από τον ψυχοθεραπευτή του. Προσπαθεί να του εξηγήσει, να μεταφέρει το κλίμα του Μεγάρου.

Ακολουθεί η διήγησή του:

 «Έχουν αθροιστεί πολλά άλλα, τελευταία, και νιώθω έτοιμος να εκραγώ». Είπα για την κατάσταση στο Μέγαρο. Ότι οι χειρότεροι μέσα εκεί αποφασίζουν και μου επιβάλλουν τα φιρμάνια τους για ζητήματα δικά μου και καθημερινά.

«Τι είδους αποφάσεις σας επιβάλλουν;» ρώτησε ο γιατρός.

Είπα για το σκάνερ της εισόδου και για τους σεκιουριτάδες. Ότι μου κάνουν σωματικό έλεγχο, κάθε πρωί, για να μπω στο γραφείο μου. Προσπαθούσα να είμαι ήρεμος, όσο όμως μίλαγα, μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. «Αποφάσισαν και διέταξαν τον σωματικό έλεγχο όλων μας, για την ασφάλειά μας –αυτό είπαν– ποιοι; αυτοί που αποτελούν τον νούμερο ένα κίνδυνο για τη συνιδιοκτησία». Είχα αρχίσει να φωνάζω. Είπα για τις εις βάρος μας απάτες, για τις υπεξαιρέσεις, για την ατιμωρησία. Αυτός κοιτούσε. Εγώ έλεγα, έλεγα, έλεγα κι έβριζα. Κάποια στιγμή το κατάλαβα και σταμάτησα. Έγειρα στην πλάτη της πολυθρόνας και του ζήτησα συγγνώμη. Αυτός, εκεί, σκυμμένος στο μπλοκάκι του. Ατάραχος.

 

Ο Δημοσθένης μιλούσε και ο Αξελός τον άκουγε και κρατούσε σημειώσεις.

Σε κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε:     

    «Είναι άλλο να αντιλαμβάνεστε την κατάχρηση μιας εξουσίας –που σαφώς και αφθονεί γύρω μας– και να επιδιώκετε να την αντιμετωπίσετε, και άλλο να ζείτε παθητικά, μ’ έναν μόνιμο θυμό απέναντί της. Ο θυμός σάς θολώνει την κρίση και σας καταστρέφει εσωτερικά. Έτσι καταλήγετε να μην μπορείτε να κάνετε τίποτα – ούτε για εσάς ούτε για τους άλλους. Έχετε ήδη εξουδετερωθεί· ο εχθρός σας έχει θριαμβεύσει».

«Σταματήστε να συσσωρεύετε θυμό – θα σας διαλύσει», απάντησε, με μαλακωμένη φωνή. «Διοχετεύστε τον σε δράση: φωνάξτε, βρίστε, πάρτε έναν σάκο του μποξ και λιανίστε τον. Πριν απ’ όλα αυτά, όμως, δείτε αν μπορείτε να αντιμετωπίσετε ό,τι σας θυμώνει. Όμως δράστε. Αφήστε πίσω σας το παιδί που θυμώνει για να αποφύγει τις ευθύνες της ενηλικίωσης. Πράξτε σαν υπεύθυνος ενήλικας».

 

Τις επόμενες μέρες τα γεγονότα έσφιγγαν όλο και περισσότερο τον κλοιό των σκέψεων του Δημοσθένη, που δεν ξεχνούσε την προτροπή του γιατρού. Μέχρι που πήρε την απόφαση: 

Θα άφηνε τον ίλιγγο της διαπίστωσης του αδιεξόδου – θα περνούσε στην δράση.

 


Στην συνέλευση των ιδιοκτητών για την εκλογή διαχειριστή για το επόμενο έτος, ανακοίνωσε και την δική του υποψηφιότητα, με μια υπόσχεση ανήκουστη για τα χρονικά του Μεγάρου: θα έπρεπε, λέει να αλλάξει ο τρόπος που διοικείται το Μέγαρο από την ρίζα.

Ο Δημοσθένης πέρασε εκείνη την στιγμή ένα κατώφλι.

Από εκείνη την ώρα μπήκε σ’ έναν πόλεμο, που ένιωθε ο ίδιος, το όφειλε στον εαυτό του.

Καθώς εξελισσόταν, όμως, αυτός ο πόλεμος, γρήγορα φάνηκε ότι δεν ήταν μόνο απέναντι σε ένα κατεστημένο που έβλεπε να απειλούνται τα προπατορικά του δικαιώματα πάνω στην εκμετάλλευση των ευκαιριών του κτιρίου. Ήταν ταυτόχρονα και ένας πόλεμο με τον εαυτό του. Απέναντι σε κείνη την πλευρά του που διψά για εγωιστικές νίκες και λησμονεί τον αρχικό σκοπό – το δίκιο των πολλών.

Ο Δημοσθένης μπαίνει μαζί με ολόκληρο τον οργανισμό του Μεγάρου σε αχαρτογράφητα νερά. Σε νερά που είναι συχνότερα ταραγμένα παρά γαλήνια

εχθρούς και τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται.

Ένα ερώτημα, όμως, βγαίνει πιο ψηλά απ’ όλα τ’ άλλα:

Είναι ο Θάνος που το διατυπώνει, ένας από τους κομπιουτεράδες του δέκατου έκτου ορόφου:

 

«Στο διά ταύτα», διερωτάται ο Θάνος, «Τι κάνουμε τώρα;»

Ο Δημοσθένης τον κοιτάζει και απαντά με αποφασιστικότητα:

«Αυτό που κάνουμε ήδη. Τους αφαιρούμε δύναμη. Τους παίρνουμε το Μέγαρο».

 

Αναζητήστε Το Μέγαρο του Δημήτρη Μαμάκου, σε όλα τα φυσικά και 

ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία.

Ή εδώ για ιντερνετική παραγγελία:

politeia.gr 

 

 

 

Friday, 17 July 2026

Ένα απόσπασμα από το Μέγαρο


Στο Μέγαρο πήγαινα από παιδί. Είχε η μάνα μου εκεί το δικηγορικό της γραφείο – θυμάσαι. Το νοίκιαζε για αρκετά χρόνια και κάποια στιγμή αργότερα πήρε δάνειο και το
αγόρασε. Μ’ έφερνε ο πατέρας μου κι ασχολούνταν μαζί μου ο μισός όροφος. Ύστερα, φεύγαμε οι τρεις μας, γυρνούσαμε όλη την αγορά και καταλήγαμε πάντα στη Στοά του Βιβλίου. Υπήρχε εκεί ένα παλιό μαγαζί με τους καλύτερους λουκουμάδες της πόλης – έχει κλείσει εδώ και χρόνια. Ύστερα χώρισαν οι δικοί μου –την ξέρεις την ιστορία– και κόπηκαν οι πολλές πολλές βόλτες στο κέντρο. Με έπαιρνε αραιά και πού η μάνα μου, όταν πήγαινε για λίγες ώρες στο γραφείο κάνα Σάββατο ή Κυριακή. Κάναμε τη βόλτα μας και γυρνούσαμε πάλι σπίτι.
Ξέρεις πόσο την αγαπούσα την κυρα-Ράνια. Με τον πατέρα μου, από τον χωρισμό τους και μετά, δεν ήθελα και πολλά πολλά, τον είχες γνωρίσει, καταλαβαίνεις το γιατί. Τυπικές σχέσεις μέχρι και σήμερα, που τις διατηρεί κυρίως εκείνος. Με παίρνει πού και πού τηλέφωνο και μια δυο φορές τον χρόνο περνάει από το Μέγαρο και με βλέπει. Όταν χάσαμε τη μητέρα μου, το γραφείο πέρασε σ’ εμένα. Εγώ δεν την ήθελα την ιδιοκτησία –μοναδική μου ιδιοκτησία ως τότε ήταν το ποδήλατο– και πολύ περισσότερο δεν ήθελα τις τράπεζες και τα δάνεια. Η πρώτη σκέψη που έκανα, όταν συνειδητοποίησα ότι, ως μοναδικός κληρονόμος, παίρνω το γραφείο και το δάνειο, ήταν να το πουλήσω και να ξεχρεώσω. Δεν μπορούσα όμως. Οι αξίες των ακινήτων μετά την κρίση είχαν πέσει σχεδόν στο μισό. Αν το πουλούσα, θα πλήρωνα όσα χρωστούσα. Τίποτα δεν θα έμενε· ούτε καν αυτά τα τριάντα επτά τετραγωνικά που τα πλήρωνε η Ράνια τόσα χρόνια.

Αποφάσισα να το κρατήσω, να το ξεπληρώσω, και στο μέλλον,
όταν θα ανέκαμπταν οι αξίες, θα ’βλεπα. Ξενοίκιασα το γραφείο που είχα στο κέντρο και μετέφερα στο γραφείο της Ράνιας τα γκρουπ. Γλίτωσα το νοίκι και τον βραχνά να με διώχνουν κάθε τόσο, μόλις αποφάσιζαν να κάνουν τα γραφεία τουριστικά καταλύματα. Έτσι είναι το κέντρο πια κι όσο κι αν δεν το θέλω, δεν μπορώ να το αποφύγω: μόνο εκεί βολεύουν οι συγκοινωνίες για τα παιδιά.

Την κατάσταση στο Μέγαρο τη γνώριζα μέσες άκρες απ’ τις κουβέντες της μάνας μου· πρέπει όμως να έχει

εκτραχυνθεί τα τελευταία χρόνια. Συνήθως τα θυμόταν στο τραπέζι, την ώρα του φαγητού. Ονόματα, ποσοστά, κουβέντες, άνθρωποι που δεν θα γνώριζα ποτέ. Κι ήρθε τώρα η στιγμή που τους γνωρίζω κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Δύο παλιοί ιδιοκτήτες έχουν αθροιστικά τα εξήντα έξι από τα τριακόσια είκοσι ένα γραφεία του Μεγάρου. Ο ένας είναι ο ιδιοκτήτης της «Θεμέλιο ΑΤΚΕ», της εταιρείας που κατασκεύασε και το
Μέγαρο πριν από αρκετές δεκαετίες. Αυτός κατέχει τριάντα εννιά γραφεία. Στον άλλο ανήκουν τα διαγνωστικά κέντρα «Medexperts» κι έχει στο κτίριο είκοσι επτά γραφεία. Όλα τα χρόνια οι διαχειριστές ήταν άνθρωποι είτε του ενός είτε του άλλου. Με το μέγεθος της ιδιοκτησίας τους και την επιρροή που ασκούσαν σε άλλους ιδιοκτήτες, μπορούσαν να εκλέξουν κάθε φορά όποιον ήθελαν για διαχειριστή. Θυμάμαι τις κουβέντες της, σαν να ’ταν τώρα· και θυμάμαι και τον πατέρα μου να της λέει, με το στόμα γεμάτο φαΐ, «καλά σας κάνουν, έτσι βολικούς που σας έχουν βρει».

Τώρα που μεταφέρθηκα στο κτίριο έμαθα και τα νεότερα: παλιότερα, με πληροφόρησε η Άννα, τα έβρισκαν οι δυο μεγαλοϊδιοκτήτες και όριζαν έναν διαχειριστή κοινής αποδοχής, που σε κάποιες περιπτώσεις έμενε για έξι ή εφτά χρόνια. Έπειτα όμως, κάπως, κάπου, τα τσούγκρισαν και έβαλαν περιορισμό στο καταστατικό του κτιρίου: ο ίδιος διαχειριστής μπορεί να έχει το ανώτερο μέχρι τέσσερις συνεχόμενες, ετήσιες θητείες. Από τότε, κάθε φορά που εκλέγεται άνθρωπος του ενός, ο άλλος του ξεκινάει πόλεμο για όλη τη διάρκεια της θητείας του, μέχρι να ξαναπάρει αυτός τη διαχείριση. Και πάει έτσι το πράγμα.

Τώρα να δεις τι γίνεται, που έρχονται εκλογές. Ο πρώην διαχειριστής, άνθρωπος του κατασκευαστή, καταγγέλλει τη νυν, που είναι του γιατρού, για ρεμούλες στη θητεία της και η άλλη επιστρέφει άλλες τόσες κατηγορίες γι’ άλλα τόσα σκάνδαλα της δικής του θητείας. Τα στέλνουν όλ’ αυτά στο μέιλ της διαχείρισης. Μπαίνω και τα βλέπω και δεν τα πιστεύω αυτά που διαβάζω. Στο μεταξύ, με αυτή την ανταλλαγή κατηγοριών και στοιχείων, βγαίνουν στη φόρα όλο και περισσότερες αυθαιρεσίες, φανερά ζημιογόνες για τη συνιδιοκτησία. Δεν μπορεί, σίγουρα το καταλαβαίνουν, αλλά δεν τους καίγεται καρφί.

Το πράγμα έχει χοντρύνει αρκετά τα τελευταία χρόνια, αφού οι αντιδικίες μεταξύ των διαχειριστών έχουν φτάσει στα δικαστήρια και το κόστος το επιβαρύνεται η συνιδιοκτησία. Το Μέγαρο συνεργάζεται εδώ και χρόνια με την ίδια δικηγόρο, τη Θάλεια Μεγάλου, που μάλιστα έχει στο Μέγαρο και το γραφείο της αλλά δεν υπηρετεί κανέναν από τους δύο μεγαλοϊδιοκτήτες. Έτσι, λέει το παρασκήνιο, τα ’χαν συμφωνήσει. Αυτά είναι γνωστά σε όλους∙ εγώ τώρα τα μαθαίνω, που άρχισα να τα λέω περισσότερο με την Άννα. Είναι μεσοτοιχία τα γραφεία μας, σου έχω πει ξανά για την Άννα. Το ζήτημα όμως είναι πως όσο περισσότερα μαθαίνω, τόσο πιο πολύ τρελαίνομαι. Και δεν μπορώ να το αποφύγω. Είναι χρόνια η κατάσταση και έχουν νοτίσει τα ντουβάρια. Και τίποτα να μην ακούω, νιώθω. Εκεί μέσα πλέον περνώ τις μέρες μου, μαέστρα.

Τέλος πάντων, θα σ’ αφήσω τώρα. Κλείνουν και τα μάτια μου.

Δημήτρης Μαμάκος, Το Μέγαρο, αυτοέκδοση, Ιούλιος 2026 

Για ηλεκτρονικές παραγγελίες, ακολουθήστε τον σύνδεσμο: protoporia.gr & captainbook.gr

Διαθέσιμο στα βιβλιοπωλεία FreeThinkingZone, Πολιτεία, Πρωτοπορεία. Κεντρική διάθεση: Τζανακάκης - Βιβλιοπωλείο Παρ' ημίν.  

Η πρώτη παρουσίαση του Μεγάρου σε κοινό.

Την προηγούμενη Πέμπτη, 23 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε η πρώτη παρουσίαση σε κοινό του νέου βιβλίου του Δημήτρη Μαμάκου, "Το Μέγαρο"...