 |
| Ο Δημήτρης Μαμάκος είναι συγγραφέας και βιοκαλλιεργητής. Ζει μόνιμα στη
Λέσβο τα τελευταία δέκα τέσσερα χρόνια. |
Στους πρόποδες του Ολύμπου, στον ίσκιο της ψηλότερης κορφής της
Λέσβου, ανάμεσα στους ελαιώνες, στις δρυς, στις τετραμύθρες και στις
μυγδαλιές, στέκει το χωριό του Ασωμάτου. Τρανό χωριό μια φορά κι έναν
καιρό, το μαρτυρούν το πλήθος των σπιτιών και η μεγαλοσύνη της εκκλησιάς
των Ταξιαρχών. Τώρα έχει ελάχιστους κατοίκους, μεγάλοι άνθρωποι οι
περισσότεροι, που περιμένουν κάθε χρόνο τη Μεγάλη Παρασκευή να έρθει
κόσμος στον Ασώματο για το έθιμο της περιφοράς του Επιταφίου με τα
όργανα. Tα τελευταία χρόνια δεν είχε ούτε όργανα ούτε κόσμο, κι έτσι
πλάκωσαν όλοι πέρυσι.
Ένα βιολί, ένα σαντούρι, ένα ακορντεόν, ένα νταούλι, τέσσερα χάλκινα,
πιο πίσω ο σταυρός, ένας λιτός κι ολάνθιστος Επιτάφιος, μερικά παιδιά
με στεφάνια στα χέρια, τρεις-τέσσερις χωριανοί που κρατούν εικόνες κι
από πίσω όλοι εμείς. Θα περάσει η πομπή απ’ όλα τα στενά, να νοτίσει
άγιο πένθος κι ο τελευταίος λίθος του χωριού. Περπατάμε νωχελικά ανάμεσα
απ’ τα πέτρινα σπίτια με τις αυλές με τα δεντρολίβανα και τους
αβαγιανούς, με τις κεραμοσκεπές και τα ξύλινα πορτοπαράθυρα, με τα μάτια
να βάζουν προσεκτικά τα βήματα πάνω στο πλακόστρωτο με τις καταπράσινες
μπορντούρες, που μαρτυρούν την αφθονία των νερών του Ολύμπου.
Ο αέρας του υψομέτρου είναι κρύος και μυρίζει υγρασία, το πλακόστρωτο
τραβάει όλο τον ανήφορο γύρω και μέσα από το χωριό, τα χάλκινα σέρνουν
σκοπό αργό, βαλκάνιο, σκοτεινό. Κάπου κάπου σταματούν τα όργανα και
σταματάει κι η πομπή. Τότε χτυπούν οι καμπάνες. Αργά, πένθιμα. Ξεκινά το
πλήθος τον ψαλμό. Ψέλνουν οι άνδρες, ψέλνουν κι οι γυναίκες, ενώνονται
έπειτα από καιρό και πάλι οι φωνές. Σταματούν. Αρχίζουν πάλι τα όργανα,
συνεχίζει η πομπή κι εγώ νιώθω μέσα μου χορδές, ασάλευτες από καιρό, να
ξυπνούν τρίζοντας.
Φύγαμε από τον Ασώματο και τραβήξαμε για τη Μυτιλήνη.
Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο, εδώ