Monday, 7 September 2026

Το Μέγαρο του Δημήτρη Μαμάκου

"Το Μέγαρο, παλικάρι μου, έχει ιδιοκτήτες. Και δεν εννοώ εμάς, που έχουμε ένα διαμέρισμα στο όνομά μας. Εννοώ αυτούς που το θεωρούν όλο δικό τους. Και δεν θα αφήσουν εύκολα κάτι που θεωρούν δικό τους να τους φύγει απ’ τα χέρια"

 

Η μόνη ιδιοκτησία που αποδεχόταν ως τότε ο Δημοσθένης Καλλής ήταν το ποδήλατό του. Όταν κληρονομεί έναν μικρό χώρο σε ένα μεγακτίριο γραφείων και καταστημάτων, αναγκάζεται να μεταφερθεί εκεί. Σύντομα διαπιστώνει ότι δύο μεγαλοϊδιοκτήτες έχουν απλώσει την επιρροή τους σχεδόν σε κάθε πλευρά της ζωής του κτιρίου. Οι υπόλοιποι δυσανασχετούν, διαμαρτύρονται, αλλά συμβιβάζονται. Ο Δημοσθένης δεν μπορεί. Κάθε νέο περιστατικό τον απομακρύνει από την ασφάλεια της διαπίστωσης και τον σπρώχνει προς την απόφαση να δράσει. Ο τρόπος που διοικείται το Μέγαρο πρέπει να αλλάξει ριζικά.

Πόσοι είναι, όμως, πρόθυμοι να στηρίξουν μια τέτοια αλλαγή;

Monday, 10 August 2026

Κριτική της Τζένης Κουκίδου για το Μέγαρο


Η ιστόρηση επικεντρώνεται σε ένα πρόσωπο, τον Δημοσθένη, με τα σύντομα κεφάλαια να εναλλάσσονται ανάμεσα σε τρίτο και πρώτο πρόσωπο, άλλοτε αφηγηματικά κι άλλοτε διαλογικά, με τα τελευταία να περιλαμβάνουν και κάποια εδάφια όπου ο ήρωας συνομιλεί με έναν άγνωστο, δηλαδή ένα έτερο πρόσωπο που δεν κατονομάζεται. Σε αυτό το χαρακτηριστικό υπάρχει ένα ανοιχτό «παράθυρο» όπου ο κάθε αναγνώστης καλείται να αντιστοιχίσει αυτό το πρόσωπο όπως το εισπράττει εκείνος: μπορεί να είναι ο άλλος του εαυτός, μπορεί να είναι ένας από τους άλλους χαρακτήρες του βιβλίου, μπορεί να είναι ένα πρόσωπο από το παρελθόν του κ.ο.κ. Επιστρέφοντας όμως στον τρόπο και την υφολογία του συγγραφέα, υπάρχει μια ποικιλία ειδών πεζού λόγου η οποία λειτουργεί υπέροχα, προβάλλει όλες τις πλευρές του κεντρικού χαρακτήρα και όλων όσοι αλληλεπιδρούν ή σχετίζονται με αυτόν και δομεί μια ατμόσφαιρα που μεταφέρει επάξια τόσο το σύγχρονο αστικό τοπίο, όπου συμβαίνει η δράση, όσο και την ψυχοσύνθεση του ίδιου.

Ο κύριος Μαμάκος είναι ένας πολύ καλός αφηγητής και το συνολικό αποτύπωμα είναι καλύτερο από αυτό που δείχνει στην πρώτη ματιά.

Κράτησα κάποιες μικρές φράσεις, εδώ κι εκεί, που νομίζω πως έχουν νόημα... Ένιωθε να τον υποτιμούν, γράφει κάπου και αρκεί για να μεταφέρει την οργή που ριζώνει μέσα στον ήρωα. Ένα μεγάλο κομμάτι του διψούσε για αντίδραση, λέει λίγο παρακάτω μιλώντας παραστατικά και μετά: Ο οικείος κύκλος της αδράνειας είχε φτάσει στο τέλος του, σε μία φράση που οριοθετεί την απόφαση. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση και η δράση, τελικά, είναι που μετράνε παρά το αποτέλεσμα, γιατί ακόμα κι αν δεν ευοδωθεί το επιθυμητό, ο άνθρωπος έχει το κέρδος της αυτοεκτίμησης. Με τον εαυτό του ήταν θυμωμένος, όχι με τους άλλους. Με την αξιοθρήνητη, παθητική του στάση. Έτσι το περιγράφει ο συγγραφέας ολοκληρώνοντας μετά το όφελος: Η ανωτερότητα που νιώθει ο άνθρωπος ακόμα και όταν προσφέρει ελάχιστα· αυτή ήταν αυθεντική συγκίνηση...

Με απορρόφησε αυτό το βιβλίο, συμπάθησα τόσο τον μελαγχολικό του ήρωα που αγωνιούσα να δω αν θα τα καταφέρει και θύμωνα για λογαριασμό του όταν του έστηναν δόκανα αφού, εκείνες τις μέρες, στο πρόσωπό του έβλεπα τον κάθε έναν που κάνει την κοινωνική του επανάσταση κόντρα στο σύστημα και κάθε κατεστημένο προσπαθώντας να παραμείνει στόφιος, να μην αλλοιωθεί, να μην βρομίσει και να μην συνθηκολογήσει.

-> Συνεχίστε την ανάγνωση εδώ

 

Friday, 7 August 2026

Το Μέγαρο - Διαβάστε τις πρώτες σελίδες

 

Δεκατέσσερα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του «νομαδικόν: ημερολόγιο δρόμου», ο Δημήτρης Μαμάκος επιστρέφει με το δεύτερο βιβλίο του.

Ο Δημοσθένης Καλλής κληρονομεί έναν μικρό χώρο σε ένα μεγακτίριο γραφείων και καταστημάτων. Σύντομα διαπιστώνει ότι δύο μεγαλοϊδιοκτήτες έχουν απλώσει την επιρροή τους σχεδόν σε κάθε πλευρά της ζωής του κτιρίου. Οι υπόλοιποι δυσανασχετούν, διαμαρτύρονται, αλλά συμβιβάζονται. Ο Δημοσθένης δεν μπορεί. Θέλει αλλαγή και αποφασίζει να μετατρέψει τον θυμό του σε πράξη.

 

Στο ακόλουθο δείγμα μπορείτε να διαβάσετε τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος.

Monday, 27 July 2026

Από την παρουσίαση του Μεγάρου στο φεστιβάλ στην Ερεσό (23/7/26).

Την προηγούμενη Πέμπτη, 23 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε η πρώτη παρουσίαση σε κοινό του νέου βιβλίου του Δημήτρη Μαμάκου, "Το Μέγαρο", στα πλάισια του φεστιβάλ της Ελεύθερης Παραλίας Ερεσού. Πραγματοποιήθηκε διπλή βιβλιθοπαρουσίαση με το τελευταίο έργο του Χιώτη συγγραφέα Γιάνη Μακριδάκη, με τίτλο "Στην σκιά του όρους Όχη".

Ακολουθεί η παρουσίαση του "Μεγάρου" και τα αποσπάσματα που διαβάστηκαν:

 

Το Μέγαρο. Ένα μεγακτίριο στο εμπορικό κέντρο της πόλης…

«Τριακόσια είκοσι ένα γραφεία σε είκοσι τρεις ορόφους· καταστήματα, εταιρείες, ενοικιαζόμενα διαμερίσματα, επιχειρήσεις κάθε λογής. Μπαίνει και βγαίνει καθημερινά πολύς κόσμος. Ένα μεγάλο χωριό»

 Ο Δημοσθένης Καλλής είναι ένας μοναχικός καθηγητής μαθηματικών, που κληρονομεί έναν μικρό χώρο στο Μέγαρο, μαζί με το δάνειο που το βαρύνει και αναγκάζεται να μεταφέρει τα γκρουπ των μαθητών του εκεί. Σύντομα αρχίζει να διαπιστώνει το παρασκήνιο του κτιρίου…

Wednesday, 10 June 2026

Ένα βιβλίο του Δημήτρη Μαμάκου - 4η έκδοση

 Η ιστορία κάποιου που άφησε την πόλη, την καριέρα και τους αγαπημένους του, για ν’ αναζητήσει τη ζωή. Η καταγραφή του οδοιπορικού του από τα μονοπάτια των Ιμαλαΐων ως τις μεσαιωνικές πόλεις του Κατμαντού. Από τις εξωτικές παραλίες του ινδικού νότου μέχρι τα ορεινά χωριά του Ταμίλ Νάντου. Στα αγροτοχώρια του Τεράι και στους δρόμους της Καλκούτα. Στις ζούγκλες της Καρνάτακα.

Το χρονικό της γνωριμίας ενός “homo urbanus” με την κουλτούρα του δρόμου και των ταξιδευτών· με την πνευματικότητα της Ανατολής· με τη νηφάλια παρατήρηση. Η απόπειρα της αποτύπωσης των συναισθημάτων της πρώτης του πορείας δίχως προκαθορισμένο σκοπό. Η καταγραφή της διαδρομής ανάμεσα στο βίωμα του απόλυτου αδιεξόδου και στην αυτοψία του άπειρου των εναλλακτικών. Το χρονικό μιας συνεχώς παρούσας εσωτερικής διεργασίας, μιας περιπέτειας διανοητικών συσχετισμών, που βάζει στο στόχαστρο τον εγωισμό και τελικά αλλάζει τον κόσμο...

Τον τρόπο που εκείνος τον κοιτά.

Tuesday, 9 June 2026

Ο Δημήτρης Μαμάκος μιλάει για την Άνεση και την Αφθονία - από συνέντευξη στο diabazoume.gr


"...Έχουμε ανατραφεί θεωρώντας θεόσταλτο αυτό τον Τρόπο, τον δρόμο της Ανάπτυξης, της Άνεσης και της Αφθονίας, κι εγώ –ανάμεσα σε πολλούς άλλους- πιστεύω ότι έχει έρθει η ώρα να τον αμφισβητήσουμε· με σκοπό να τον ανανεώσουμε.

Μας το υποδεικνύει ο ολοένα και πιο πιεσμένος/οργισμένος -με αυτόν τον Τρόπο- πλανήτης, αλλά και τα δισεκατομμύρια θύματα της παγκοσμιοποιημένης αδικίας, που είναι θύματα του ίδιου Τρόπου. Μας το υποδεικνύουν και οι δικές μας κοινότητες που, τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν ολοένα και περισσότερο την ανάγκη των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων."


Tuesday, 4 April 2023

Το δικό μου Πάσχα: Στη Λέσβο με τον Δημήτρη Μαμάκο (Άρθρο στην Εφημερίδα Καθημερινή)

 

Ο Δημήτρης Μαμάκος είναι συγγραφέας και βιοκαλλιεργητής. Ζει μόνιμα στη Λέσβο τα τελευταία δέκα τέσσερα χρόνια.

Στους πρόποδες του Ολύμπου, στον ίσκιο της ψηλότερης κορφής της Λέσβου, ανάμεσα στους ελαιώνες, στις δρυς, στις τετραμύθρες και στις μυγδαλιές, στέκει το χωριό του Ασωμάτου. Τρανό χωριό μια φορά κι έναν καιρό, το μαρτυρούν το πλήθος των σπιτιών και η μεγαλοσύνη της εκκλησιάς των Ταξιαρχών. Τώρα έχει ελάχιστους κατοίκους, μεγάλοι άνθρωποι οι περισσότεροι, που περιμένουν κάθε χρόνο τη Μεγάλη Παρασκευή να έρθει κόσμος στον Ασώματο για το έθιμο της περιφοράς του Επιταφίου με τα όργανα. Tα τελευταία χρόνια δεν είχε ούτε όργανα ούτε κόσμο, κι έτσι πλάκωσαν όλοι πέρυσι.

Ένα βιολί, ένα σαντούρι, ένα ακορντεόν, ένα νταούλι, τέσσερα χάλκινα, πιο πίσω ο σταυρός, ένας λιτός κι ολάνθιστος Επιτάφιος, μερικά παιδιά με στεφάνια στα χέρια, τρεις-τέσσερις χωριανοί που κρατούν εικόνες κι από πίσω όλοι εμείς. Θα περάσει η πομπή απ’ όλα τα στενά, να νοτίσει άγιο πένθος κι ο τελευταίος λίθος του χωριού. Περπατάμε νωχελικά ανάμεσα απ’ τα πέτρινα σπίτια με τις αυλές με τα δεντρολίβανα και τους αβαγιανούς, με τις κεραμοσκεπές και τα ξύλινα πορτοπαράθυρα, με τα μάτια να βάζουν προσεκτικά τα βήματα πάνω στο πλακόστρωτο με τις καταπράσινες μπορντούρες, που μαρτυρούν την αφθονία των νερών του Ολύμπου.

Ο αέρας του υψομέτρου είναι κρύος και μυρίζει υγρασία, το πλακόστρωτο τραβάει όλο τον ανήφορο γύρω και μέσα από το χωριό, τα χάλκινα σέρνουν σκοπό αργό, βαλκάνιο, σκοτεινό. Κάπου κάπου σταματούν τα όργανα και σταματάει κι η πομπή. Τότε χτυπούν οι καμπάνες. Αργά, πένθιμα. Ξεκινά το πλήθος τον ψαλμό. Ψέλνουν οι άνδρες, ψέλνουν κι οι γυναίκες, ενώνονται έπειτα από καιρό και πάλι οι φωνές. Σταματούν. Αρχίζουν πάλι τα όργανα, συνεχίζει η πομπή κι εγώ νιώθω μέσα μου χορδές, ασάλευτες από καιρό, να ξυπνούν τρίζοντας. 

Φύγαμε από τον Ασώματο και τραβήξαμε για τη Μυτιλήνη. 

Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο, εδώ