Η ιστόρηση επικεντρώνεται σε ένα πρόσωπο, τον Δημοσθένη, με τα σύντομα κεφάλαια να εναλλάσσονται ανάμεσα σε τρίτο και πρώτο πρόσωπο, άλλοτε αφηγηματικά κι άλλοτε διαλογικά, με τα τελευταία να περιλαμβάνουν και κάποια εδάφια όπου ο ήρωας συνομιλεί με έναν άγνωστο, δηλαδή ένα έτερο πρόσωπο που δεν κατονομάζεται. Σε αυτό το χαρακτηριστικό υπάρχει ένα ανοιχτό «παράθυρο» όπου ο κάθε αναγνώστης καλείται να αντιστοιχίσει αυτό το πρόσωπο όπως το εισπράττει εκείνος: μπορεί να είναι ο άλλος του εαυτός, μπορεί να είναι ένας από τους άλλους χαρακτήρες του βιβλίου, μπορεί να είναι ένα πρόσωπο από το παρελθόν του κ.ο.κ. Επιστρέφοντας όμως στον τρόπο και την υφολογία του συγγραφέα, υπάρχει μια ποικιλία ειδών πεζού λόγου η οποία λειτουργεί υπέροχα, προβάλλει όλες τις πλευρές του κεντρικού χαρακτήρα και όλων όσοι αλληλεπιδρούν ή σχετίζονται με αυτόν και δομεί μια ατμόσφαιρα που μεταφέρει επάξια τόσο το σύγχρονο αστικό τοπίο, όπου συμβαίνει η δράση, όσο και την ψυχοσύνθεση του ίδιου.
Ο κύριος Μαμάκος είναι ένας πολύ καλός αφηγητής και το συνολικό αποτύπωμα είναι καλύτερο από αυτό που δείχνει στην πρώτη ματιά.
Κράτησα κάποιες μικρές φράσεις, εδώ κι εκεί, που νομίζω πως έχουν νόημα... Ένιωθε να τον υποτιμούν, γράφει κάπου και αρκεί για να μεταφέρει την οργή που ριζώνει μέσα στον ήρωα. Ένα μεγάλο κομμάτι του διψούσε για αντίδραση, λέει λίγο παρακάτω μιλώντας παραστατικά και μετά: Ο οικείος κύκλος της αδράνειας είχε φτάσει στο τέλος του, σε μία φράση που οριοθετεί την απόφαση. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση και η δράση, τελικά, είναι που μετράνε παρά το αποτέλεσμα, γιατί ακόμα κι αν δεν ευοδωθεί το επιθυμητό, ο άνθρωπος έχει το κέρδος της αυτοεκτίμησης. Με τον εαυτό του ήταν θυμωμένος, όχι με τους άλλους. Με την αξιοθρήνητη, παθητική του στάση. Έτσι το περιγράφει ο συγγραφέας ολοκληρώνοντας μετά το όφελος: Η ανωτερότητα που νιώθει ο άνθρωπος ακόμα και όταν προσφέρει ελάχιστα· αυτή ήταν αυθεντική συγκίνηση...
Με απορρόφησε αυτό το βιβλίο, συμπάθησα τόσο τον μελαγχολικό του ήρωα που αγωνιούσα να δω αν θα τα καταφέρει και θύμωνα για λογαριασμό του όταν του έστηναν δόκανα αφού, εκείνες τις μέρες, στο πρόσωπό του έβλεπα τον κάθε έναν που κάνει την κοινωνική του επανάσταση κόντρα στο σύστημα και κάθε κατεστημένο προσπαθώντας να παραμείνει στόφιος, να μην αλλοιωθεί, να μην βρομίσει και να μην συνθηκολογήσει.

No comments:
Post a Comment